Τετάρτη, 17 Νοεμβρίου 2010

Όταν οι αφορισμοί γίνονται ορισμοί.

@ Καμμία άλλη τέχνη δεν νομίζω να διακατέχεται αλλά και να κατατρέχεται από τόσα πολλά σύνδρομα όσα η Φωτογραφία. Καμμία άλλη τέχνη δεν είναι χρεωμένη με τόσα "δεν πρέπει". Και αυτό ίσως να σήμαινε πως απλά έχουμε να κάνουμε με μιά τέχνη πιό απαιτητική ή ας πούμε πιό ...ιδιότροπη και να μην κατέληγε ως πρόβλημα, αν αυτά τα "δεν πρέπει" της είχαν να κάνουν περισσότερο με το τί ήθελε η ίδια να είναι (ανά δημιουργό) και όχι με το τί δεν θα ήθελε προκειμένου να μην κινδυνεύει να θεωρηθεί ο πτωχοσυγγενής άλλων τεχνών. Και σήμερα, διακόσια χρόνια μετά την γέννησή της, δείχνει να ψάχνει ακόμη την ταυτότητά της και όχι τόσο μέσα από κάποια θέση αλλά κυρίως μέσα από μιά αέναη και διαδοχική άρνηση θέσεων. 

Οι παραπάνω σκέψεις δεν αποτελούν σε καμμία περίπτωση κάποια ...μομφή αλλά απλές διαπιστώσεις και μάλλον αναγκαστικά προκύπτουσες μετά από συνεχείς και άλλο τόσο ...προφανείς αυτοεγκλωβισμούς που σαν τείχη κάθε τόσο ορθώνονται μπροστά μας. 

Θα βρείς λοιπόν χιλιάδες περισσότερο ή λιγότερο μυημένους στην Φωτογραφία να σου πούν τι "δεν πρέπει" και τι "δεν είναι σωστό", αλλά δεν θα βρείς κανένα να σου πεί τί ...πρέπει και τί είναι σωστό. Και κάτι τέτοιο τελικά δείχνει απόλυτα λογικό, αφού η κριτική σκέψη στην ουσία δεν είναι τίποτε άλλο από συγκριτική σκέψη και μιά συγκριτική σκέψη αναζητά στιβαρές αρχές ως αναφορές ως θετικές προτάσεις και όχι ως στείρες αρνήσεις. Και στην φωτογραφία, παρά το ότι το έργο το οποίο έχει παραχθεί από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα μέχρι και σήμερα δείχνει σημαντικότατο όσον αφορά την συλλειτουργία του με τον κόσμο, εκ των πραγμάτων προκύπτει πως η σημαντικότητά του αυτή δεν ήταν τελικά αρκετή ώστε να δώσει σαφή περιγράμματα γιά την πραγματική τελικά θέση της φωτογραφίας μέσα σε αυτόν. Ίσως γιατί, ποτέ στην πραγματικότητα δεν κατάφερε να ξεπεράσει το ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε κάτω από την βαριά σκιά της ζωγραφικής και όταν πολύ αργότερα συνειδητοποίησε την μοναδική της ικανότητα γιά κοινωνική τεκμηρίωση, ήταν πλέον τραγικά αργά γιά την ίδια, αφού είχε ήδη ενσωματώσει αρκετά συμπλέγματα και "όφειλε" πάντα να μπορεί να αποδεικνύει πως δύναται και η ίδια να υπηρετήσει θαυμάσια τις ίδιες ευρύτατα παραδεδεγμένες αξίες της μεγάλης της (ετεροθαλούς) αδελφής. Κάπου εκεί άρχισε να επεισέρχεται η "ανάγκη" γιά καλλιτεχνικές της ή και λόγιες διατυπώσεις, όχι σαν φυσικές δικές της ανάγκες τόσο να είναι αλλά περισσότερο ως σύνδρομο του να μην είναι

Βέβαια, όλα αυτά θα μπορούσαν να μην έχουν καμμία αξία ως παρατηρήσεις αφού κάθε τί διαμορφώνεται μέσα από ένα ιστορικό πλαίσιο στο οποίο η έννοια της τυχαιότητας έχει κυρίαρχο ρόλο. Ίσως όμως να μην είναι ακριβώς έτσι τα πράγματα με την φωτογραφία. Η ειδοποιός της διαφορά με τις άλλες (φαινομενικά) αδελφές της τέχνες είναι το ίδιο το μέσον της και πιό συγκεκριμένα ένα του χαρακτηριστικό : η τιμή κτήσης του. 

Η φωτογραφική μηχανή ανέκαθεν ήταν ένα πανάκριβο αντικείμενο κτήσης και ακόμη και μέχρι την δεκαετία του 60-70, λίγα ήταν τα χέρια που θα μπορούσαν να κρατήσουν μία. Δεν νομίζω πως σήμερα υπάρχει κάποιος άνω των 40 ετών που δεν έχει ακούσει την φράση "μου έφερε τη μηχανή ένας θείος μου ναυτικός". Ήταν ένα σχεδόν εξωτικό προϊόν και δεν αναφέρομαι σε καμμία περίπτωση μόνο στα ελληνικά (και ούτως ή άλλως πάντα) τραγικά οικονομικά δεδομένα. 

Η φωτογραφική μηχανή δεν ήταν ούτε ένας τζουράς που έφτιαχνε κάποιος μάστορας στην Χώρα της  Μυτιλήνης που θα μπορούσε σχετικά εύκολα να αγοράσει κάποιος γιά να υπηρετήσει τη μουσική ούτε και ένα μολύβι ευτελούς αξίας που θα μπορούσε να αγοράσει και ο τελευταίος κλοσσάρ του Παρισιού γιά να υπηρετήσει την λογοτεχνία. 

 Πέραν όμως αυτών, η ίδια η τεχνική της Φωτογραφίας, έκανε τον φωτογράφο στα μάτια του κόσμου και μύστη και μάγο και ταχυδακτυλουργό αφού, γιά να περάσει την ζωή μας στην (ακατανόητη) αιωνιότητα, άλλοτε έπρεπε να κρυφτεί πίσω από ένα μαύρο πανί μιάς θηριώδους και μυθικής κατασκευής και άλλοτε μέσα σε ένα θεοσκότεινο δωμάτιο. Και από αυτή την άποψη λοιπόν, πάντα ο φωτογράφος στα μάτια του πολύ κόσμου φάνταζε σαν ένας "αλλιώτικος" άνθρωπος.

Κάτι λοιπόν το ότι γιά να ασχοληθεί ανέκαθεν κάποιος σοβαρά με την φωτογραφία έπρεπε στην χειρότερη περίπτωση να έχει λυμένα τα καθημερινά του προβλήματα, (γιά να μην πώ να είναι ...ευπατρίδης), κάτι το σχεδόν μυστηριακό της ίδιας της τεχνικής της, η σχέση της φωτογραφίας με το "λαό" δεν δομήθηκε εξ αρχής πάνω σε μιά βάση ζωντανής αλληλεπίδρασης, δεν ήταν μία σχέση "ίσου προς ίσον" αλλά μάλλον μιά σχέση ας πούμε ..."ευγενούς άνωθεν επιβολής".  Και ίσως δεν θα ήταν καθόλου ακρότητα αν παρατηρούσαμε πως ενώ σε όλο τον κόσμο υπάρχουν οι όροι της δημοτικής και λαϊκής μουσικής, ποίησης ή και ζωγραφικής, δεν θα συναντήσουμε αντίστοιχα ισοδύναμους στην σφαίρα της φωτογραφίας. 

Έτσι, ο δημιουργός, αφ' ενός μεν στην ουσία πλήρως αποκομμένος από το κοινωνικό γίγνεσθαι (ακόμη και όταν το φωτογραφίζει) και αφ' ετέρου απαλλαγμένος από υποχρεώσεις συνδιαλλαγής με το κοινό (του), (φρόντισε μιά χαρά η "ιστορία" γι' αυτό), δεν λειτουργεί απλώς  μονοσήμαντα αλλά  συχνότατα και ερήμην του παθητικού εταίρου του, σοφά εξαιρουμένων όμως των περιπτώσεων εκείνων που ως εντολοδόχος εργολάβος παράγει καλλιτεχνική φωτογραφία-εργαλείο πολιτικής προπαγάνδας και κάθε είδους κοινωνικής χειραγώγησης. 

Όλη αυτή όμως η ιστορική (?) συγκυρία, μοιραία δεν ήταν και χωρίς το αντίστοιχο αποτέλεσμα. Δείχνει να έχει λειτουργήσει καταλυτικά τόσο στην κοινή συνείδηση, (ναι Λουδοβίκο μου, υπάρχει κοινή συνείδηση περί της φωτογραφίας όπως υπάρχει κοινή συνείδηση και περί του χεσίματος), περί του τί "δικαιούται είναι/οφείλει είναι/δύναται είναι", όσο και στην αμηχανία της ίδιας της Φωτογραφίας κάθε φορά που αγχωμένη προσπαθεί, να προσδιορίσει τον εαυτό της, αφού αυτά τα δύο βρίσκονται σε μιά διαρκή δυσαρμονία αλλά και σε μιά κωμικοτραγική και αλληλοτροφοδοτούμενη διαμάχη. Μιά διαμάχη γιά την οποία όλοι έχουν επιχειρήματα, όλοι έχουν απαντήσεις, αλλά απαντήσεις σε ερωτήματα που ουδείς ποτέ έθεσε πλην αυτών που ως άλλοι σοβαρογραβατωμένοι συμβολαιογράφοι διαχειρίζονται τα κληρονομικά της. 

Γιατί η Τέχνη δεν είναι απλώς θεία. Είναι και η θεία που μπορούμε να κληρονομήσουμε. Αρκεί να έχουμε φροντίσει εγκαίρως ώστε να απομείνουμε "εμείς" οι μοναδικοί γνήσιοι συγγενείς της. Και αυτό μπορεί να γίνει με πολλούς τρόπους. Άλλους λιγότερο και άλλους περισσότερο ...προφανείς. 

3 σχόλια:

  1. καλα, μονο εγω ξερω ''τι πρεπει'' αλλα και ''τι δεν πρεπει''?
    ειμαι σιγουρος κληρονομος :P

    πολυ καλο λυκε..

    παω τωρα για μια καλλιτεχνικη φωτογραφηση που μου ζητηθηκε.. :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ναι, νάσουπω... όπως γυρνάς από την καλλιτεχνική φωτογράφιση πιάσε και ένα Winston μπλέ. Α και πούσαι ! Και το Μαρί Κλέρ μη ξεχάσεις !

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή